ΓΡΑΦΕΙ Ο ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΣΙΑΚΟΣ

ΓΡΑΦΕΙ Ο ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΣΙΑΚΟΣ.

Περί Ελένης

 

Είδα προχτές (επιτέλους) την ταινία Ελένη που βασίζεται στο πολυσυζητημένο βιβλίο του Νίκου Γκατζογιάννη. Προσπάθησα πολλές φορές στο παρελθόν, αλλά σκόνταφτα πάνω στα "αριστερά" αντανακλαστικά μου. Τώρα ήρθε ο καιρός να τη δω και να γράψω και δυο κουβέντες.

 

Δεν θα μιλήσω για το βιβλίο, αυτό θα πάρει πολύ χρόνο ακόμα.

Θα ήθελα να συζητήσω ξανά με τον Νίκο Γκατζογιάννη και να μου λύσει κάποιες απορίες. Θα δούμε.

Η ταινία λοιπόν. Καλογυρισμένη, κι αν έλειπαν τα ονόματα που την καρφιτσώνουν πάνω στη Μουργκάνα, θα μπορούσε να ήταν μια υπόθεση της Σικελίας ή της Ισπανίας όπου πραγματικά γυρίστηκε. Τα ονόματα όμως επιμένουν: Ελένη Γκατζοϊάννης (γλωσσοδέτης στα χείλη των ξένων ηθοποιών). Και το χωριό, το Λία. Με το λάμδα της λέξης λαός κι όχι της ελιάς.

Μεγάλη βλακεία που απαγορεύτηκε το γύρισμα της ταινίας στη Μουργκάνα.

Καλή η Ισπανία, αλλά το σκηνικό του Λιά, άσχετο.

Πολύ καλή η Kate Nelligan στο ρόλο της Ελένης. Κατάφερε να κρατήσει έναν άγρια φορτισμένο ρόλο μακριά από την αρχαία τραγωδία. Αναγκαστικά όμως έπαιξε το ρόλο της Υπατίας, φιλοσοφώντας σε κάθε περίπτωση. Αντίθετα, κακός ο John Malkovich. Είχε παραπάρει (ή τον έβαλαν να παραπάρει) πολύ στα σοβαρά το ρόλο του. Εκνευριστικά εκνευρισμένος!

Απρόσμενα πρωταγωνιστής, ο Σπύρος Σκεύης. Έβγαλε όλη την ταινία με ένα ατέλειωτο τσιγάρο. Καρικατούρα του κακού αντάρτη που η Ελένη τον κρύβει στο σπίτι της όταν τον ψάχνουν (ήταν βέβαια στο Μπούλκες της Γιουγκοσλαβίας) αλλά αυτός γυρίζοντας της επιτάσσει το σπίτι και τα τρόφιμα και τελικά την σκοτώνει. Θα ήταν ο πιο κακός, αν η ταινία δεν είχε τον απόλυτα κακό:

 Τον Κατή. Αυτός πια δεν τρώγονταν με τίποτα. Κακώς δεν τον σκότωσε ο Νίκολας στο τέλος!

Οι αντάρτες, κάτι ξεπλυμμένοι γκουερίλας της λατινικής Αμερικής, ανεμίζουν ακόμα ένα λάβαρο του...ΕΑΜ ΕΛΑΣ! Ο φριχτός καθημερινός πόλεμος της Μουργκάνας, μερικά δευτερόλεπτα για τον σκηνοθέτη. Ένα σκηνικό που ανατινάζεται με τρεις εύστοχες βολές! Ά! και μια νάρκη που τινάζει στον αέρα δυο αντάρτες (κι αυτούς τους κανόνισε ο κακός Κατής).

 

Και τα παιδιά, για λόγους σκηνοθεσίας φεύγουν από το Λία την ημέρα της δίκης.

 (Ποτέ μην αφήσεις την πραγματικότητα να σου χαλάσει ένα καλό σενάριο)

Το άσπρο μαύρο σε όλο του το μεγαλείο.

Ούτως ή άλλως το βιβλίο είναι ένα καλογραμμένο σενάριο. Σενάριο πάνω στο σενάριο, ξεφύγαμε πολύ!

Απορώ γιατί την απαγόρεψαν αυτή την ταινία! Και γιατί κάναν τόση φασαρία οι Κουκουέδες έξω από τους κινηματογράφους, όπως οι Χριστιάνοι στο "Χριστός ξανασταυρώνεται"!

 Η ταινία φτιάχτηκε για το αμερικάνικο κοινό και  δεν ακουμπάει στο βιβλίο.

 

Δεν ξέρω τι ρόλο έπαιξε ο συγγραφέας στο σενάριο και στα γυρίσματα, αλλά δεν νομίζω να έμεινε ευχαριστημένος στο μπάτο!

 

 

 

Οι τα Χερουβείμ μυστικώς εικονίζοντες

Στο έρημο μοναστήρι του Μακραλέξη, απάνω στις πλαγιές της Μουργκάνας, τα βράδια του χειμώνα ακούγονται τραγούδια. Μπορεί να είναι η σάπια πόρτα που χτυπιέται μοναχή της σαν τη ζουρλή, μπορεί κι ο αγέρας που περνάει από τις στενές μασγκάλες.

Αλλά αυτοί που ξέρουν, οι φευγάτοι κι οι αλαφροΐσκιωτοι, λένε ότι στον τόπο της Μεγάλης Σφαγής, μαζεύτηκαν οι πεθαμένοι και γλεντάνε τα βράδυα.

Οι αντάρτες κι οι λοκατζήδες στην ίδια τάβλα!

Φιλιώσανε οι ψυχές τους με τα χρόνια. Σκοτώθηκαν μεταξύ τους, ναι, αλλά τώρα απόμειναν σε τούτο το παλιό μοναστήρι μέσα στο απέραντο δάσος.

Δεν περνάνε εύκολα οι νύχτες της αιωνιότητας!

Οι άγιοι, βλοσυροί, δεν τους κάνουνε παρέα. Μόνο ο Διονύσιος, ο κτήτορας, σήκωσε τη μεγάλη πλάκα που τον σκέπαζε, κι ένα βράδυ τους οδήγησε στο μυστικό κελάρι.

Παλιό κρασί και φρέσκο τσίπουρο!

Οι αντάρτες πεινασμένοι από χρόνια, χάλεψαν σταφίδα και σοκολάτες απ’ τους λοκατζήδες. Ο Διονύσιος έχωσε το σκελετωμένο του χέρι μέσα στα ράσα, κι έβγαλε έναν χιλιοχρονίτικο σουγιά. Έκοψε μια φτενή φέτα μανούρι για τον καθένα.

Με τo πρώτο ποτήρι, τα στόματα λύθηκαν (στην κυριολεξία, αφού ένας λοκατζής μάζεψε το τσιαγούλι του απ’ τις πλάκες).

Άρχισαν το τραγούδι!

«Τόμαθες μωρ’ δόλιο μάνα,

Μωρ’ τι γίνγκε στη Μουργκάνα

Μωρ’ γυαλένια κρουσταλένια!»

Στην αρχή το κίνησαν όλοι μαζί, αλλά κατόπι ο καθένας έλεγε το δικό του:

-Πολεμούσαν οι αντάρτες με τους παλιομπουραντάδες!

-Πολεμούσαν οι φαντάροι με τους Σλάβους συμμορίτες!

Οι αντάρτες βροντοφώναξαν τσουγκρίζοντας τα ποτήρια:

Ο ήλιος βασιλεύει κι η μέρα σώνεται

Κι η κόκκινη σημαία όλο κι απλώνεται.

Ο ήλιος βασιλεύει μέσα στα ρέματα

Κι ο Μάρκος κατεβαίνει με τα στρατέματα!

Δυο τρεις Γαλάνηδες που σύρθηκαν κι αυτοί απ’ τα βουνά της Πόβλας ξεθάρεψαν:

Δεν κλαίτε μαύρα δέντρα και σεις μαύρα κλαριά

Δεν κλαίτε της Μουργκάνας τα πέντε τα χωριά.

Του Λια και το Μπαμπούρι, τον δόλιο Τσαμαντά,

Την Πόβλα, τα’ Ασπροκκλήσι, τα πιο καλά χωριά,

Που μπήκαν οι αντάρτες μια όμορφη βραδιά.

Πήραν γυναίκες σκλάβες, γερόντους και παιδιά.

Τους πήραν και τους πήγαν μες στην Αρβανιτιά.

Οι αντάρτες απάντησαν:

Απάνω στα ψηλά βουνά

θα σιάσουμε ένα αλώνι

να βάλουμε το βασιλιά

σαμάρια να μπαλώνει!

Αγριοκοιτάχτηκαν με τα άδεια τους μάτια. Σκώθηκαν για να πιαστούνε στα χέρια, αλλά τα  σκελετωμένα ποδάρια τους κουνήθηκαν στον αέρα σαν του καραγκιόζη.

Έκατσαν πάλι στα στασίδια ανήμποροι να ξανακάνουν κακό.

Τα χερουβίμια πάνω τους χαμογέλασαν! Ξέραν αυτά.

Ο Διονύσιος, καθαρόαιμος Μουργκανιώτης από το Λόγγο, έβαλε ακόμα μια σειρά στα ποτήρια κι άρχισε το δικό του τραγούδι πούταν το τελευταίο της βραδυάς:

Καλώς ανταμωθήκαμαν εμείς οι ντερτιλήδες

Να κλάψουμε τα ντέρτια μας και τα παράπονά μας

Τούτον το χρόνο τον καλόν τον άλλον ποιος το ξέρει

Δε ζιούμε, μον πεθάναμε και σ’ άλλον κόσμο πάμε…

------------------

 

 

٭Από τη λειτουργία του Ιωάννη του Χρυσόστομου. Τα τραγούδια είναι παρμένα από τον Σωτήρη Δημητρίου, τον Κώστα Τσαντίνη κι από γλέντια στη Μουργκάνα.

Εφημερίδα Θεσπρωτών Διαβουλευση.
Σχολιάζοντας την Θεσπρώτία και την επικαιρότητα της.
Ολα τα νεα και οι ειδήσεις απο Ηγουμενιτσα, Φιλιάτι, Θεσπρωτία και όλη την Ήπειρο. Οτι συμβάινει στην Θεσπρωτία ανεβαίνει πρωτα εδώ.

Σχόλια